Pink Floyd – The Wall

Αναδημοσίευση από Bastard of Tommorow

 

Οι Pink Floyd είναι για μένα μακράν το καλύτερο συγκρότημα που πέρασε ποτέ από αυτόν τον πλανήτη. Ο λόγος είναι ότι έχουν φανταστική μουσική που δένει με τους στίχους που αναφέρονται σε κοινωνικά θέματα, τουλάχιστον στην “καλή” περίοδό τους που όλοι γνωρίζουν, κάνανε το stage show τέχνη και εκτιμώ πάρα πολύ την πειραματική τους διάθεση. Προφανώς δεν είμαι πολύ πρωτότυπος, άπειρος κόσμος θα έλεγα τα ίδια για αυτούς. Θα προσπαθήσω λοιπόν να κάνω μια μικρή κριτική σε ένα από τα πιο γνωστά τους album.


Η δικιά μου ιστορία με το Wall πάει ως εξής: Μου είχε δείξει την ταινία ο πατέρας μου όταν ήμουν μικρός. Για αρκετό καιρό, μέχρι τα 16 περίπου τους εκτιμούσα αλλά δεν άκουγα και κάθε μέρα, μιας και ήμουν στην τελείως metal φάση τότε. Όταν τους ανακάλυψα εκ νέου βέβαια ήμουν αρκετά ώριμος για να καταλάβω και σε βάθος τι πρόσφεραν. Αφού λοιπόν έχω λιώσει με τους Floyd, κάποια στιγμή αποφασίζω, με το συγκρότημα που είχα στήσει ως μέρος του ωδείου που δουλεύω στη σπάρτη, να παρουσιάσουμε όλο το έργο. Έτυχε μάλιστα αυτό να γίνει κατά τύχη όταν ο Waters άρχισε να την περιοδεία του Wall. Επειδή μπήκε στη μέση αρκετά και το υπόλοιπο ωδείο καταλήξαμε να έχουμε πολλά καρπούζια κάτω από τη μασχάλη και τελικά – ευτυχώς – να κάνουμε την πιο “απλή” μορφή, απλά το συγκρότημα με λίγο εξωτερική βοήθεια (από χορωδία κτλ), χωρίς θεατρικά, χορευτικά, σκηνικά κτλ κτλ… Αν εξαιρέσουμε εκείνη την περίοδο και κάνα χρόνο μετά, κάθε μέρα ακούω και από λίγο Floyd. Γενικά όπως μάλλον φαίνεται έχω μια μεγάλη αγάπη για το συγκεκριμένο album και το συγκρότημα γενικότερα.

Η συνθετική και δημιουργική περίοδος του Wall δεν είχε πολύ πλάκα για το συγκρότημα. Το σκηνικό που γέννησε την ιδέα ήταν στην περιοδεία του animals, όπου εξοργισμένος ο Waters έφτυσε κάποιους από τους οπαδούς ενώ η διάθεση ανάμεσα στα μέλη του γρούπ δεν ήταν και η πιο καλή. Το να παίζουν σε στάδια δεν τους άρεσε γιατί δεν υπήρχε η αμεσότητα με το κοινό. Ο Waters φαντάστηκε ένα τοίχος ανάμεσα σε αυτόν και το κοινό, και έτσι γεννήθηκε η ιδέα του Wall! Βεβαίως αυτά είναι η κορυφή του παγόβουνου μιας και μεταξύ τους η κατάσταση ήταν χάλια. Μια ματιά μόνο στο wikipedia είναι αρκετή, επιτρέψτε μου να μην μπω στα κουτσομπολιά.

Το Wall μας παρουσιάζει την ζωή του Pink, ενώς rock star όπου ο πατέρας του πέθανε στην δεύτερη παγκόσμια ανθρωποσφαγή, ήταν θύμα του εκπαιδευτικού συστήματος, και προσπαθεί να γεμίσει τα κενά του με ναρκωτικά, groupies κτλ, όπου στο τέλος βγαίνει στην επιφάνεια ο κακός του εαυτός, μην μπορώντας όμως να αντέξει αυτή την κατάσταση καταδικάζει τον εαυτό του να “εκτεθεί” στον κόσμο, με το να ρίξει το τοίχος. Τα θέματα που αγγίζει το album είναι κυρίως η κοινωνική αποξένωση που προκαλεί η κοινωνία, η κονσερβοποίηση του εκπαιδευτικού συστήματος, τα λάθη των γονιών που προσπαθούνε να περάσουν στα παιδιά, αλλά και ο ναρκισσισμός του καλλιτέχνη. Το Wall σίγουρα το ξέρουν πολλοί για 2 – 3 τραγούδια αλλά αυτοί που το γνωρίζουν ξέρουν πως αυτό που έχει το ζουμί δεν είναι τα τραγούδια αλλά η συνολική ατμόσφαιρα. Τα κομμάτια το ένα μετά το άλλο όλα φτιάχνουν έναν καμβά που μας μεταφέρει στον κόσμο του πρωταγωνιστή και κάνει τον ακροατή να νιώσει στο πετσί του όλη τη συναισθηματική φόρτιση. Θα έλεγα μάλιστα ότι τα κομμάτια που ξεχωρίζουν είναι τόσο σωστά στη θέση τους, που μέσα στο αποτέλεσμα σχεδόν μετατρέπονται “απλά” σε χαλί για τη rock όπερα που εκτυλίσσεται.

To album μπαίνει πολύ δυναμικά με το “In the flesh” που παίρνει χρέη εισαγωγικού εμβατηρίου και συγχρόνως πρώτο κομμάτι σε ένα μαγευτικό και πομπώδες rock show, αλλά πριν προλάβουμε να καταλάβουμε τι έγινε βουτάμε κατευθείαν στην παιδική ηλικία του Pink με τα “Thin Ice”, “Another brick in the wall part I”, “The happiest days of our lives”, “another brick in the wall part II”.

Εδώ βλέπουμε τον χαμό της πατρικής φιγούρας, αλλά και, ίσως το πιο γνωστό του σημείο, το εκπαιδευτικό σύστημα. Οι στίχοι “we don’t need no education” είναι αρκετά παρεξηγημένοι και φόβιζαν και φοβίζουν τους γονείς ακόμα και σήμερα. Μαζί με το οπτικό μέρος βέβαια, της ταινίας και (λιγότερο) του video clip είναι πολύ εμφανές τι θέλει να πει ο “ποιητής”, κατακρίνει το εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο κονσερβοποιεί το μαθητή και τον ευνουχίζει από τις ανησυχίες του.Η σκηνή όπου όλοι οι μαθητές φοράνε μάσκα και πέφτουν στη μηχανή του κιμά είναι φοβερά χαρακτηριστική και πολύ δυνατή. Η πρώτη πλευρά του βινυλίου τελειώνει με το “mother” ένα κομμάτι που περιγράφει την καταστολή από τους γονείς τόσο γλυκά που δεν ξέρεις αν πρέπει να κλάψεις ή να γελάσεις. Περιγράφεται πολύ αιχμηρά, σαν κάτι που κάνουν οι γονείς (η μητέρα του πρωταγωνιστή εδώ) για να προστατέψουν τα παιδιά τους, μιας και θέλουν να είναι πάντα αυτό, τα παιδιά τους, και το παιδί κάθεται αναπαυτικά στην προστατευτική αγκαλιά της μαμάς, που αισθάνεται ότι του παρέχει την απόλυτη προστασία από τα πάντα.

Η επόμενη πλευρά ανοίγει με το “Goodbye blue sky”, που είναι μια γέφυρα από την παιδική ηλικία στην κατάσταση που βρίσκουμε τον Pink. Η δεύτερη πλευρά είναι εδώ που αρχίζει ο Pink λίγο λίγο να χάνεται στην απομόνωσή του, με τα “Empty Spaces”, “Young Lust”, “One of my turns”. Στο δίσκο έχει κοπεί το “What shall we do now?”, όπου ενώ στο “Empty Spaces” αναρωτιέται με τι ακόμα  να γεμίσει τον τοίχο, η απάντηση έρχεται με αυτό το κομμάτι: Με τον απερίσκεπτο υπερκαταναλωτισμό,  αγοράζοντας πράγματα μόνο και μόνο για να γεμίσουμε τα κενά μέσα μας. Στα επόμενα δύο βλέπουμε το breakdown του πρωταγωνιστή μπροστά σε μια groupie και στο “Don’t Leave Me Now” βλέπουμε την κατάσταση που επικρατεί με την γυναίκα του όπου όλα αυτά μας οδηγούν στο “Another brick in the wall III” και “Goodbye cruel world” όπου αποφασίζει ότι η μόνη λογική λύση είναι να απομονωθεί από τα πάντα, γύρω από ένα φανταστικό τοίχο που λίγο λίγο αυτός – και η κοινωνία – χτίσανε για να “προστατευτεί”.

Φτάνοντας στην τρίτη πλευρά είμαστε μέσα στη μαυρίλα και την απόγνωση. Στις συναυλίες για το Wall αφού σιγά σιγά χτιζόταν το τοίχος, εδώ πέρα το συγκρότημα έπαιζε πίσω από αυτόν. Το “Hey you” λοιπόν είναι το κομμάτι όπου o Pink πίσω από το τοίχος έχει αρχίσει να μετανιώνει. Στα επόμενα, δηλαδή “Is there anybody out there?”, “Nobody home”, “Vera”, “Bring the boys back home” από τη μία “απολαμβάνει” την απομόνωση από την άλλη προσπαθεί να περάσει ένα αντιπολεμικό μήνυμα. Φτάνοντας στο “comfortably numb” λοιπόν, βρίσκουμε το Pink σε κόμμα, σε μια κατάσταση όπως περιγράφει ο τίτλος, δηλαδή αδιάφορο και μουδιασμένο, σε μια ευχάριστη κατάσταση όπου δεν μπορείς να ενδιαφερθείς, ούτε θέλεις για ό,τι συμβαίνει γύρω σου. Μια κατάσταση επιθυμητή μεν αλλά πλήρως αποξενωμένη από την πραγματικότητα. Αναρωτιέται κανείς πως μέσα στην τόσο κακή διάθεση που είχε το συγκρότημα τότε καταφέρανε να γράψουν τέτοιο κομμάτι, και κυρίως ο Gilmur να παίξει τέτοιο solo…

Εδώ τα πράγματα είναι λίγο περίεργα. Στο “The show must go on” έχουμε ένα κομμάτι όπου είναι σαφές πως ό,τι και να γίνει, σε ότι κατάσταση και να είναι ο συντελεστής, η συναυλία πρέπει να γίνει γιατί χάνουμε λεφτά. Στα επόμενα 3 κομμάτια “In the flesh”, “Run like hell”, “Waiting for the worms” ο Pink έχει μετατραπεί σε δικτάτορα, και φέρεται σαν καλός φασίστας. Έχουν γραφτεί πολλά για εδώ αλλά εγώ πιστεύω ότι συμβαίνει το εξής: Ο Pink ίσως λόγο του ότι ο πατέρας του πέθανε στο πόλεμο παίρνει αυτή τη μορφή, αλλά οι λόγοι τις μεταμόρφωσης του και γιατί να το κάνει είναι πιο “καθαρτικοί”. Ως καλλιτέχνες, βαθιά μέσα μας (εντάξει κάποιοι μπορεί όχι τόσο βαθιά) όλοι έχουμε ένα τέτοιο φασίστα κρυμμένο, που θέλουμε να μαγεύουμε τα πλήθη με ό,τι λέμε, που να τους επιβάλεις τη γνώμη σου, γιατί γράφεις μουσική για να την εκφράσεις, περιμένοντας οι άλλοι να την ακολουθήσουν. Αυτό εδώ είναι για μένα το πιο μεγαλειώδες σημείο του όλου έργου, γιατί ο Waters βγάζει στον υπερθετικό βαθμό αυτό που κρύβει μέσα του, όπου είναι μια τρομακτική εικόνα που πολλοί αρνούνται να την δουν, αλλά ναι αυτό που κάνει πιστεύω είναι πάρα πολύ επηρεασμένο από αυτό το σκεπτικό. Το θεωρεί όμως καθαρτικά, δείχνοντάς το στο κοινό του, ενώ το κοινό όταν ακούει τα τραγούδια δεν σκέφτεται αυτά που βλέπει, παρά χαίρεται που είναι εκεί ακούγοντας την αγαπημένη του μουσική. Θα το έλεγε κανείς “meta – message”. Συνεχίζοντας, ο Pink δεν αντέχει άλλο αυτή την κατάσταση στο “Stop” και αναρωτιέται αν είναι αυτός υπεύθυνος για όλα αυτά με τους στίχους “But I’m waiting in this cell/Because I have to know/Have I been guilty all this time?” όπου μας οδηγούν κατευθείαν στο “The trial” ένα βγαλμένο από εφιάλτη δικαστήριο. Θέτει τον εαυτό του κατηγορούμενο και όλοι όσοι βοήθησαν να χτιστεί το τοίχος, η μητέρα του, η γυναίκα του, ο καθηγητής του έρχονται να τον κατηγορήσουν. Στην πραγματικότητα μιλάμε για μια μαζοχιστική διαδικασία. Στο τέλος ο δικαστής τον βρίσκει ένοχο και τιμωριτικά, αφού ο ίδιος αποκάλυψε τον μεγαλύτερο φόβο του ο δικαστής τον χρησιμοποιεί, εκθέτοντας τον στον κόσμο με το να ρίξει το τοίχος. Όμως αυτό είναι και η σωτηρία του πρωταγωνιστή από αυτή την κατάσταση.

Όπως βλέπουμε είναι ένα έντονα συναισθηματικά album που περνάει από αρκετές φάσεις και περιγράφει διαφορετικά πράγματα. Δεν είναι ίσως το πιο πειραματικό τους αποτέλεσμα, μιλώντας καθαρά μουσικά, αλλά είναι η πιο μεγαλειώδης προσπάθεια. Εδώ έρχεται λοιπόν και το πιο ενδιαφέρον μέρος αυτής της κριτικής:

Οι Pink floyd έχουν δηλώσει ότι δεν γουστάρανε να παίζουν σε στάδια λόγο αυτής της αποξένωσης που δημιουργούταν. Που νομίζεται ότι αποδόθηκε το Wall; Και εντάξει υπάρχουν όπως είπα “meta – messages” που το στάδιο βοηθάει να εκφραστούνε καλύτερα. Αμέσως μετά βγάλανε άλλο ένα album χωρίς περιοδεία, και μετά σπάσανε, όπου και οι μεν και o Waters κάνανε συναυλίες μόνο σε στάδια. Θα μου πεις που να τις κάνουνε, στο an club; Όχι αλλά η ειρωνεία παραμένει. Οι Floyd λοιπόν χωρίς τον Waters συνεχίσανε την καριέρα τους, χωρίς πολύ καινούριο υλικό και με πιο απλά θέματα, ο Waters από την άλλη προσπαθούσε να επαναλάβει την επιτυχία του. Προφανώς δεν τα κατάφερε. Πριν από κάποια χρόνια ξεκίνησε παγκόσμια περιοδεία παίζοντας όλο το Dark Side of the Moon και κάποιο καιρό μετά αναβάθμισε το Wall και το έκανε και αυτό παγκόσμια περιοδεία η οποία μπορεί να συνεχίζεται ακόμα, ύστερα από 5 – 6 χρόνια. Στην ελλάδα πριν από τη συναυλία υπήρχε μαγνητοσκοπημένο μήνυμα του ίδιου που μας έλεγε να μην “τραβάμε” τη συναυλία βίντεο και φωτογραφίες γιατί θα βγει το DVD σε λίγο καιρό (ακόμα δεν έχει βγει πληροφοριακά), τι ευγενικός, βέβαια πριν την είσοδο υπήρχε εξονυχιστικός (αλλά ευγενικός) έλεγχος. Και εννοείτε πως τα εισιτήρια ήταν πανάκριβα και είχαν διαφορετικές θέσεις. Θα μου πεις το Wall δεν μιλάει για τον καπιταλισμό, βέβαια τα θέματα που απαντήσει εκπορεύονται από αυτόν σε μεγάλο βαθμό. Να προσθέσω εδώ ότι το Wall παρουσιάστηκε και στη συναυλία που έγινε με την πτώση του τοίχους του βερολίνου με τον Waters να γιορτάζει την κυριολεκτική πτώση των τοίχων ανάμεσά μας, και όχι την κατασκευή του τοίχους που άρχισε να χτίζει ο σύγχρονος καπιταλισμός.

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι το Wall από μόνο του δεν είναι – προφανώς – πολιτική πράξη, αλλά αυτά που μπορείς να συμπεράνεις από αυτό μπορούν να σε βοηθήσουν να διαμορφώσεις μια. Το ότι – θα το ξαναπώ! – ακόμα και σήμερα το “We don’t need no education” τρομάζει τους γονείς είναι κάτι πολύ σημαντικό, για ένα δίσκο του 1979. Αυτό, και άλλα, σημαίνει ότι τα μηνύματά του είναι σημαντικά και ουσιώδη 35 χρόνια αργότερα, και πιστεύω θα είναι για αρκετό καιρό. Στον καπιταλιστικό κόσμο που ζούμε βέβαια, ο καλλιτέχνης μπορεί να βγάλει τις ανησυχίες του σε μορφή εμπορεύματος, και μετά να χρησιμοποιήσει αυτό και άλλα τέτοια εμπορεύματα προς όφελος της τσέπης του, και εμείς να νομίζουμε πως κάνουμε επανάσταση. Αλλά η εμπορευματοποίηση ενός έργου τέχνης δεν πρέπει να μας βγάζει από τον τελικό σκοπό του, που είναι να μας βάλει σε σκέψεις και να ψυχολογηθούμε.

ΥΓ: Υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα  ανάλυση του album εδώ, αξίζει τον κόπο!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *